Δεν αποτελεί νέο ότι μεταξύ των Ελλήνων της Ελλάδας και την Κύπρου υπάρχει, ή μάλλον έχει τεχνητά δημιουργηθεί όπως θα αποδείξουμε μετά, ένα χάσμα. Μια εκατέρωθεν καχυποψία μεταξύ των δύο κομματιών του Ελληνισμού η οποία ούτε τυχαία είναι, ούτε τυχαία συντηρείται από τον πολιτικό κόσμο εκατέρωθεν. Η συνήθης τακτική των εθνικιστών και στα δύο κράτη είναι είτε να αγνοούμε το γεγονός αυτό ως μη γενώμενο, ή να το απαξιώνουμε και να στολίζουμε αυτούς που τα πρεσβεύουν με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Έχοντας πίστη στην ενότητα των δύο αυτών κομματιών το θέμα με έχει απασχολήσει αρκετά.
Η κατάσταση στην Κύπρο του 21ου αιώνα, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διζωνικής δικοινoτικής ομοσπονδίας ποια είναι; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή της ΕΟΚΑ και του ισχυρού ενωτικού κινήματος. Η τότε φτωχή νήσος πέρασε ένα οικονομικό θαύμα, μια καταστρεπτική εισβολή, μια προδοσία από την κυρίως Ελλάδα και ένα δεύτερο οικονομικό θαύμα. Αυτό έχει επιδράσει και στην αίσθηση της πραγματικότητας του μέσου Κύπριου. Επίσης παρά την μικρή της εναπομείνασα έκταση υπάρχουν τοπικές διαφορές στην αντίληψη της εθνικής της συνείδησης.
Η κατάσταση στην Λευκωσία είναι ανάμικτη. Υπάρχουν Κύπριοι οι οποίοι έχουν ζήσει και μεγαλώσει στην Αγγλία και δεν γνωρίζουν καν να μιλήσουν Ελληνικά, υπάρχουν αυτοί που λατρεύουν την Ελλάδα και η μαζική πλειοψηφεία που έχει μια κρίση ταυτότητας. Την κρίση ταυτότητας που αντιμετωπίζει και η σημερινή κυβέρνηση ΑΚΕΛ. Από την μια είναι περήφανοι για την Βρετανική δομή της χώρας και μέλος της Βρετανικής κοινoπολιτείας, από την άλλη έχουν απόλυτη γνώση της Ελληνικότητας τους αλλά και πλήρη γνώση της διαφορετικότητας τους από το κυρίως κομμάτι, τέλος υπάρχει και ένας άνεμος κοσμοπολιτισμού που δεν σε αναγκάζει να είσαι Έλληνας για να είσαι Κύπριος ενώ η Ελλάδα είναι κραυγαλέα απούσα.
Η κατάσταση όμως αλλάζει όσο βγαίνεις από την πρωτεύουσα, σε βαθμό που στην Λεμεσό και στην Πάφο αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι σε μια Ελληνική επαρχία, με ελληνικές σημαίες να κυματίζουν σε μπαλκόνια και τον κόσμο να αντιμετωπίζει τους “εξ' Ελλάδος” με απλό ενδιαφέρον.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι λόγω του ότι ζούμε χωριστά έχουμε αναπτύξει και διαφορετική εθνική συνείδηση. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τις διαφορές του Κυπριακού και του Ελλαδικού Ελληνισμού που είναι απόρεια όχι μόνο προσφάτων ιστορικών γεννωμένων αλλά κυρίως της διαφορετικής κρατικής υπόστασης. Αυτή ορίζει όχι μόνο την ζώσα πραγματικότητα ενός πληθυσμού αλλά και τις προσλαμβάνουσες του. Δηλαδή την σχέση εμπιστοσύνης ή έλλειψης αυτής προς το κράτος, την κοινότητα, τον περιβάλλοντα κόσμο και το τι είναι φυσιολογικό και τι όχι. Αν είναι για παράδειγμα φυσιολογικό το να σηκώνεις το τηλέφωνο όταν εργάζεσαι ή αν δουλεύεις οκτάωρο κλπ.
Αυτό όμως από μόνο του δεν έχει τόση σημασία αφού θα ήταν σαν να λέμε ότι οι Αλβανικοί πληθυσμοί στο Κόσσοβο μετά από έναν αιώνα Γιουγκοσλαβίας και πέντε Οθωμανικής αυτοκρατορίας απόλεσαν τον εθνοτικό τους χαρακτήρα. Αντίστοιχα θα ήταν σαν να λέμε ότι ο επτανησιακός Ελληνισμός όντας σχετικά απόντας από τα γεγονότα που σφυρηλάτησαν την σύγχρονη Ελλάδα δεν αποτελεί κομμάτι του. Το τελευταίο κραυγαλέο παράδειγμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι αυτό της Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας αφού οι προσπάθειες των Σοβιετικών να φτιάξουν το Σοσιαλιστικό Γερμανικό Έθνος απέτυχαν παταγωδώς.
Αυτό όμως που παραμένει διάχυτο είναι η αίσθηση ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των δύο “Ελληνισμών”. Προσωπική μου άποψη είναι ότι αυτό το χάσμα διατηρείται από τον πολιτικό κόσμο και από τις δύο πλευρές της θάλασσας και αυτό γίνεται συντονισμένα για πολύ απλούς λόγους. Θέλουν να παγιώσουν την πολιτική κατάσταση και μαζί με αυτήν την θέση και υστεροφημία τους. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι οι φυσικοί αυτουργοί και τα παιδιά τους (φυσικά και ιδεολογικά) είναι παρώντες αυτή την στιγμη στις κυβερνήσεις και των δύο χωρών. Δεν είναι τυχαίο ότι κάνεις μας δεν έχει διδαχθεί για την αποχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων από την Κύπρο, και το διάγγελμα του εξόριστου Μακαρίου για την δημοκρατία που κινδυνεύει και εν τέλει καλεί την Τουρκία να επέμβει ως προστάτιδα δύναμη. Δεν είναι –επίσης- τυχαίο ότι όταν ανέλαβε το 1974 πρωθυπουργός ο έταιρος “εθνάρχης” ο Κ. Καραμανλής η Τουρκία κατείχε το 3% του νησιού.
Αν αύριο άλλαζε η πολιτική θα έπρεπε να κριθούν όλα αυτά επί νέας βάσης, ο αναμενόμενο επακόλουθο αυτού θα ήταν η επιστροφή στην προ-εισβολής κατάσταση, με τον κόσμο, επιθετικό πια, να ζητά πέρα από την ένωση μια επιθετική λύση απελευθερωμένη από το δίλλημα μεταξύ της πατριωτικής ομοσπονδίας και της αριστερής συνομοσπονδίας με το κατεχόμενο κομμάτι. Το πολυδάπανο ενιαίο αμυντικό δόγμα θα έμπαινε σε ισχύ αναγκάζοντας την ισχυροποίηση των ΕΔ αλλά και της Εθνοφρουράς.
Κλείνοντας το πρόβλημα μεταξύ της απομάκρυνσης των δυο κομματιών αυτών του έθνους, έγκειται όχι στον κόσμο, ούτε καν στην διαφορετική κρατική υπόσταση της Κύπρου, αλλά στους κυβερνώντες. Άρα λοιπόν η απάντηση για τα σχόλια εκατέρωθεν για τους κακούς καλαμαράδες ή τους κακούς κουμπάρους δεν πρέπει να περιορίζεται στο “κοίτα τι έκαναν το 60” ούτε σε ρομαντικά λογάκια για τον αθάνατο και πανάρχαιο Ελληνισμό αλλά να επεκτείνεται σε πραγματικές συνθήκες που κατέληξαν σε αυτό το διχασμό και ποιους αυτός οφείλεται.
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου